Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Το τελος μιας ιστοριας που δεν αρχισε ποτε..

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα. Και τότε, όλα τα βράδια κι όλα τα άστρα κι όλα τα τραγούδια θα ‘ναι δικά μας. Και ξαφνικά αγάπη μου, θα ‘ναι σαν να μην χωρίσαμε ποτέ.


Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα ,
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,
Σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ' αγαπώ.

Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα. Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ, εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.

Σ' όποιο μέρος της γης, σ' όποια ώρα,
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για ένα καινούργιο κόσμο... εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!

[...]




Ποτέ δεν θα μάθεις τι ήσουν για μένα κι ας ήσουν ένας ήλιος στο δρόμο μου.
Ποτέ δεν θα μάθεις πως ήσουν το τραγούδι μου κι ας τραγουδούσα μόνο για σένα.
Ποτέ δεν θα μάθεις ότι πίσω από τα δάκρυα μου κρυβόταν η ελπίδα κι ότι εσύ ήσουν το δάκρυ μου, μια άφθαστη ελπίδα, η ηλιαχτίδα στην καταιγίδα της ζωής μου.
Δεν θα το μάθεις. Μπορεί να ήσουν ότι πιο όμορφο αγάπησα, μα θα κρύψω τα λόγια μου πίσω απ'τα χείλη και δεν θα το μάθεις
Κι αν οι λέξεις, χωρίς να το θέλω ξεφύγουν, θα τις ψιθυρίσω τόσο σιγά που δεν θα τις ακούσεις.
Θα ξέρεις πως για μένα ήσουν μια απλή γνωριμία κι ας ήσουν για μένα η ζωή μου.
Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι'αυτή τη σκιά που μας ακολουθεί μες στην ομίχλη,
αλλά μου είναι απαγορευμένο να πω το τέλος μιας ιστορίας που δεν άρχισε ποτέ...

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

#After


"It's impossible to change someone who has their mind set on who they are, you can't support them enough to make up for their low expectations, and you can't love them enough to make up for the hate they feel for themselves."



I wanna hide the truth
I wanna shelter you
But with the beast inside
There’s nowhere we can hide










 (Don’t get too close
It’s dark inside
It’s where my demons hide)



Η Πενταμορφη νομιζε πως διαβαζε τη ζωη της. Δεν εμοιαζε σε τιποτα, μα σε
τιποτα με τη δικη της ζωη, ομως ο πονος εκεινης της γυναικας, ή η μοναξια της,
οι νυχτες της, οι κουβεντες της, σαν ητανε μοναχη με το μωρο της, ηταν οι ιδιες οι δικες της.
Διαβαζε καθισμενη στην πλωρη κι ειχε αποξεχαστει.
Φυσουσε αερακι και τη δροσιζε, δουλειες, σκοτουρες δεν ειχε, οπως ειχε παντα στο σπιτι της,
που αμα καμια στιγμη κοιταζε στον καθρεφτη, φοβοτανε το μουτρο της απο εκεινη τη σαστημαρα,
την αφηρημαδα που εδειχνε..
Καθοτανε, κοιταζε μπροστα τη θαλασσα, ειχε απλωτα τα ποδια της και διαβαζε, ουτε και θυμοτανε
καλα καλα που βρισκοτανε.

- Μα ειναι η ωρα του βιβλιου ειναι τωρα δα! Παρατα το..
- Ειναι τοσο ωραιο βιβλιο..                                                
- Ναι, μα δεν ειναι η ωρα του..                                            

Το πηρε απ'τα χερια της διχως δευτερη κουβεντα και το πεταξε στη θαλασσα..
Το παρακολουθησε μεσα στο νερο που ανοιξαν τα φυλλα του ενα η βενζινα απομακρυνοτανε..
Χαλασε εκεινη τη μερα το κεφι της. Πηγε κι η πρωινη ξενοιασια στα χαμενα. Τοση μεγαλη χαρα μου ειχε δωσει το διαβασμα μου εκει στην ακρη της πλωρης, που επρεπε να βρεθει μια αιτια να ξαναγυρισω στον εαυτο μου. Ετσι ελεγε και ξεδακρυωνε κι ολο συλλογιζοτανε τη βασανισμενη γυναικα του βιβλιου, που θα ειχε τωρα ξεκουραστει στο βυθο της θαλασσας..


Αποσπασμα απο το βιβλιο "Λουμπεν"
της Ελλης Αλεξιου.
        
                                

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Θολές Ιστορίες: Ελλείψεις.


Θολές Ιστορίες: Ελλείψεις.: Πάντα της άρεσαν οι φιλοσοφικές συζητήσεις. Όχι ότι έβρισκε συχνά
κάποιον να συζητάει όλα αυτά που αυτή έβρισκε ενδιαφέροντα, αλλά όσο
μπορούσε και όποτε τύχαινε, κάτι θα πετούσε για τις μεταφυσικές της
ανησυχίες. Ποτέ, ποτέ δεν είχε βρει ένα άτομο να νιώσει ότι την
καταλαβαίνει απόλυτα. Κι αυτά που έβρισκε προσπαθούσε τόσο πολύ να τα
κάνει στο μυαλό της ότι της ταιριάζουν. Όχι, δεν της ταίριαζαν. Ήταν
τόσο διαφορετική από όλους. Τόσο διαφορετική που μάλλον τελικά αυτό
αποτελούσε το μεγαλύτερο πρόβλημα στη ζωή της.

-Τι είναι οι ελλείψεις;

-Ψευδαισθήσεις.

-Θα την εκλάμβανα σαν σωστή απάντηση μέχρι πριν λίγο καιρό. Δεν ξέρω πια.

-Όλα είναι παιχνίδια του μυαλού. Ό,τι θέλεις βάζεις μέσα και το
σκέφτεσαι, για όσο εσύ θέλεις. Εσύ καθορίζεις τις εμμονές. Δεν μπορεί να
παίξει κανείς με το μυαλό σου αν εσύ δεν τον αφήσεις.


-Τι κι αν δεν είναι έτσι σου λέω; Τι κι αν η έλλειψη είναι τελικά μια πραγματικότητα; 

-Και πως την ορίζεις δηλαδή την έλλειψη σαν πραγματικότητα;

-Η έλλειψη σαν πραγματικότητα ορίζεται, σαν την ζωή χωρίς ζωή. Είναι
όταν τελικά δεν μπορείς να ελέγξεις το μυαλό σου. Όταν γίνεσαι έρμαιο
των σκέψεών σου. Όταν δεν έχεις δύναμη να υπακούσεις τη λογική. Έλλειψη
είναι να πονάς σε όλο σου το σώμα, χωρίς να υπάρχει κάποιος παθολογικός
λόγος να πονέσεις. Έλλειψη είναι να μουδιάζουν τα πόδια σου. Τα χέρια
σου. Έλλειψη είναι να είσαι ανάμεσα σε πολλούς και να νιώθεις μόνος.
Έλλειψη είναι να σου λένε ότι είσαι όμορφη και να νιώθεις απλά άμορφη.
Έλλειψη είναι το κλάμα να γίνει καθημερινή συνήθεια. Έλλειψη είναι να
νιώθεις άδειος. 





Σταμάτησε. Τι άλλο να πει; Πάλι δεν θα καταλάβαινε. Το παλιό κενό είχε
επιστρέψει για τα καλά, σκέφτηκε, αλλά έπειτα κοντοστάθηκε. Έφυγε ποτέ;
Έφυγε ποτέ αυτό το κενό που πάντα την κατέτρεχε; Όχι ήταν η απάντηση. Το
κενό ήταν εκεί, ίσως λίγο καλυμμένο. Λίγο, ούτε καν πολύ. Θα υπήρχε
ποτέ κάποιος που θα κάλυπτε καλά το κενό της αναρωτήθηκε; Ή ίσως να το
εξαφάνιζε; Όχι ήταν πάλι η απάντηση. Μελαγχόλησε ξανά. Η φυσική της
κατάσταση άλλωστε. Δεν την πείραζε πια. Ξάπλωσε, γύρισε δυο - τρεις
φορές πλευρό μέχρι να βρει ποιο της ταιριάζει, συμβιβάστηκε για μια
ακόμη φορά με την ιδέα ότι δεν θα το έβρισκε ποτέ και έκλεισε τα μάτια
της.
Μην το πεις πουθενά.
Όταν γελώ δυνατά
να ξέρεις μέσα μου κλαίω.
Μην το πεις πουθενά
Πόσο να κρύβομαι πια;
Δεν αντέχω σου λέω!

Μου λειπω. Ναι εγω. Ο παλιος μου εαυτος. Δεν μπορω να ξεχωρισω αν γνωριζω αυτο που εχω φτασει να ειμαι σημερα. Δεν ξερω αν μου αρεσει μονο και μονο γιατι εγω γινει ενα με την λυπη, τη θλιψη ή την απογοητευση. Νιωθω μαλλον οτι εχω δεθει με αυτα τα στοιχεια του τωρινου εαυτου μου γιατι ειναι η αφαλεια μου. Και δεν παει λιγος καιρος που αρχισα να νιωθω ετσι..

Θυμαμαι παλιοτερα που ενιωθα πιο ζωντανη. Ενθουσιαζομουν πιο ευκολα με καινουρια πραγματα και εβρισκα λογους για να νιωθω χαρουμενη. Εστω λογους για να θελω να χαμογελασω. Δεν ξερω αν με τρομαζει περισσοτερο το οτι, πλεον, πρεπει να σπρωξω τον εαυτο μου για να χαμογελασει και να νιωσει καλυτερα, ή το οτι το μεγαλυτερο μερος του μυαλου μου εχει πισει τον εαυτο μου πως δεν μπορω να νιωσω εστω και για λιγο καλα με εμενα γιατι δεν το αξιζω.

Απο την αλλη, υπαρχει ενα κομματι μου, που λεει πως οχι δεν ειναι ετσι τα πραγματα. Δεν γινεται να εχω γινει ετσι. Ξερω οτι υπαρχουν πολλα μεσα μου που δεν εχω δειξει. Θελω να πω πολλα πραγματα. Ιστοριες για χειμωνες και καλοκαιρια. Ιστοριες ανοιξιατικες και φθινοπωρινες. Ιστοριες ακομα και για ηρωες βιβλιων που τοσο πολυ μου αρεσει να ανακαλυπτω. Ιστοριες για την ποιηση και και τα νοηματα που κρυβονται πισω απο καθε ποιημα. Για συναισθηματα που χανονται επειδη δεν εχουμε το θαρρος να ξεστομισουμε και μενουμε με την ελπιδα οτι θα τα βρουμε σε καποιο στοιχακι. Ονειρα για το μελλον και τη ζωη που ανοιγεται μπροστα μας. Ονειρα για εναν καλυτερο κοσμο και ενα καλυτερο αυριο.

Πολλες φορες μπευρδευομαι. Δεν ξερω πως να νιωσω. Οταν ερχεται κατι καλο δεν εχω ιδεα πως να το διαχειριστω γιατι δεν ειμαι συνηθισμενη σε τετοια. Φοβαμαι να μιλαω πολυ. Θελει πολυ προσπαθεια για να μπορεσω να μιλησω με καποιον πιο ανοιχτα ή για να νιωσω καποιον δικο μου ανθρωπο. Παντα ενιωθα ως δευτερη επιλογη. Σπανια νιωθω οτι σημαινω κατι παραπανω για εναν ανθρωπο. Εχω συνηθισει περισσοτερο στο να με αγνοουν και ξαφνιαζομαι οταν καποιος μου δινει λιγακι περισσοτερη σημασια και ενδιαφερεται να ανταλλαξει μια-δυο κουβεντες μαζι μου.


Δεν ξερω αν ακομα κι αυτα που γραφω τωρα εχουν καποια βαση. Μηπως τελικα ειμαι εγω αυτη που εχω αλλαξει τοσο πολυ, ωστε να μην με αγγιζει σχεδον τιποτα;

Ισως παλι να φταει και η εποχη. Ενα πολυ μεγαλο κομματι του σημερινου κοσμου, αν οχι το μεγαλυτερο, αρκειται στο ψευτικο και το πολυχρησιμοποιημενο ή αυτο που ειναι στη "μοδα". Το αληθινο που χαθηκε; Γιατι ειναι ντροπη να ψαχνεις το αληθινο που απο ανεκαθεν ηταν και το καθαρο ομορφο; Κρινεσαι για το παραμικρο. Απο το τροπο που ντυνεσαι εως και τον τροπο που θα κουνησεις το δαχτυλακι σου. Αν δεν εισαι ιδιος και δεν μοιαζεις με τους υπολοιπους, τοτε δεν εισαι αποδεκτος. Και δεν σταματαει ποτε αν δεν γινεις αλλο ενα κοινο αντιτυπο.

Ε, οχι! Εμενα δεν μου αρεσει να ειμαι ακριβως το ιδιο με ολους του αλλους. Μου αρεσει το διαφορετικο. Μου αρεσουν οι ιδεες και τα πιστευω μου. Μου αρεσουν τα ρουχα που φοραω. Μου αρεσουν τα βιβλια που διαβαζω, ακομα κι αν με θεωρουν "ξενερωτη". Μου αρεσει να ειμαι ρομαντικη και "ποιητρια" απο το να γινω ενας απλος θεατης σε αυτον τον κοσμο. Μου αρεσει ο αυθορμητισμος και οι αποφασεις της στιγμης οταν ταιριαζουν στην ωρα. Προτιμω να βγω μια βολτα το βραδυ σ'ενα ησυχο μερος με ενα-δυο ατομα που με καταλαβαινουν, παρα να στριμωχτω σ'ενα "κλαμπ" με χιλιαδες ατομα που χορεουν στον ιδιο ρυθμο μεχρι το πρωι. Δεν μ'αρεσουν τα ποτα. Ουτε να μεθαω.  Δεν μου αρεσει το αδικο και το κακο. Δεν μου αρεσει να κανω κατι για να αρεσω στους αλλους. Μου αρεσουν τα μικρα πραγματα. Μου αρεσουν οι συνηθειες μου και δεν θα τις αλλαξω για ρηχους ανθρωπους και ξεθωριασμενα μυαλα. 

Εχω βαρεθει. Εχω κουραστει. Εχω αηδιασει.



"Μην το πεις πουθενά
Θέλω να φύγω μακριά .Πίστεψε με το θέλω."









(Ποτε μου δεν επεδιωξα ν'αρεσω στους πολλους.
Αυτα που αγαπουν δεν τα γνωρισα, κι αυτα που
\αγαπω απεχουν πολυ απο το να τα καταλαβουν..)

Forgotten Fairytales: Some thoughts

Forgotten Fairytales: Some thoughts: “It’s just … everything. There are too many people. And I don’t fit in. I
don’t know how to be. Nothing that I’m good at is the sort of thing
that matters there. Being smart doesn’t matter—and being good with
words. And when those things do matter, it’s only because people want
something from me. Not because they want me.”

                                        ―
Rainbow Rowell,

Fangirl

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

"Σ’έχω βρει και σε χάνω δανεική παρουσία
έχω τόσα να κάνω και δεν έχουν ουσία.."


Δανεικη Παρουσια


Δανεικη παρουσια ηταν μαλλον ο χαρακτηρισμος που θα του εδινε. Μια τον εχανε, μια τον εβρισκε. Ειχε συνηθισει ομως στην αισθηση του να ξεφευγει παντα μεσα απο τα χερια της. Ισως και να ειχε αντισωματα για το συνηθισμενο κενο που ενιωθε καθε φορα που αυτος απομακρυνοταν.

Δεν υπολογιζε παντα με ακριβεια τα δευτερολεπτα, τα λεπτα, τις ωρες, τις μερες που ελειπε. Πολλες φορες, οταν βρισκοταν μονη της και η ωρα πια ειχε περασει, οταν οι αδιες οι νυχτες ηταν αυτες που της κρατουσαν συντροφια, νομιζε πως ακουγε τη φωνη του μεσα στην αβασταχτη σιωπη που επικρατουσε να της λεει "Γυρισα αγαπη μου." αλλα εκεινος ποτε δεν ερχοταν οταν τον ειχε αναγκη. Ποτε του δεν την ειχε κρατησει στην αγκαλια του για μια ολοκληρη νυχτα. Κανενα πρωινο δεν τους ειχε βρει μαζι στο ιδιο κρεβατι.

Δεν ειχε αλλη αντοχη πλεον για να ζει σε μια κατασταση που την επνιγε αργα και βασανιστικα. Δεν μπορουσε να βιωνει καθε μερα το ιδιο μαρτυριο. Καθε μερα την ιδια αγωνια. Που βρισκεται; Ειναι καλα; Τι κανει; Που πηγαινει;


- Τι εχεις;

- ...

-Γιατι ποτε δεν απαντας;

-
...

Καθοταν για ωρα αμιλητος με το τσιγαρο στο χερι.
Ετσι ηταν παντα. Δεν του αρεσε να μιλαει πολυ.
Γοητευτικος και μυστηριος.
Σκοτεινος και συννεφιασμενος.

Υστερα απο λιγη ωρα σηκωθηκε, πηρε το σακακι του και προχωρησε προς την πορτα.

- Σ'αγαπαω μην τρεχεις.

- ...

- Συνεχεια το βαζεις στα ποδια. Τι φοβασαι;


- Δεν μπορω να μεινω.

- Σ'αγαπαω.

- Δεν μ'αγαπας.

- Δεν με αφησες ποτε να στο δειξω.

- Ολα μια συνηθεια ειναι. Δεν μ'αγαπας.

- ...

- Αντιο.

- Να προσεχεις.

- Κι εσυ.
Εκεινο το βραδυ εκλαψε πολυ. Με λιγμους, με αναφιλητα. Οι σκεψεις και τα γιατι ειχαν κατακλεισει το μυαλο της. Η μονη εικονα στο μυαλο της, αυτος. Η μονη συντροφια της, η απουσια του. Κι αυτο κρατησε για μερες, μηνες, χρονια. Μερα με τη μερα νομιζε πως τον ξεχνουσε, πως η αναγκη της για εκεινον ξεθωριαζε με το χρονο. Ομως καθε μερα επιανε τον εαυτο της να τριγυριζει στα στεκια τους. Εκεινα τα στενα, σκοτεινα δρομακια που καμια φορα περπατουσαν οι δυο τους τα ξημερωματα. Νομιζε πως αλλαζε σιγα σιγα εκεινη, αλλα καθε φορα του εμοιαζε λιγο και περισσοτερο..



Έχεις γίνει συνήθεια
και το μόνιμο θέμα
σου δανείζω αλήθεια
να πληρώνεις το ψέμα

...

Στα παλιά μας τα στέκια
όπως πάντα συχνάζω
είχα πει πως θ’αλλάξω
κι όσο αλλάζω σου μοιάζω
."


Σ'εχω βρει και σε χανω..

Θολές Ιστορίες: Φωτογραφί-ζω.


Θολές Ιστορίες: Φωτογραφί-ζω.: Φωτογραφίες σημαίνει αναμνήσεις. Και αναμνήσεις σημαίνει ζωή. Ποιός μπορεί άλλωστε να ζήσει μόνο για το παρόν; Ακόμα κι αυτό όταν  είναι τέλειο, περνάει κι αμέσως αναπολείς το προηγούμενο λεπτό, δευτερόλεπτο. Και θες απλά να γυρίσεις πίσω. [...] Στις φωτογραφίες δύσκολα κάποιος ξένος μπορεί να δει, όσα μπορεί να δει αυτός που συνδέεται άμεσα με την φωτογραφία. Κι αυτός είναι μόνο ο φωτογράφος, αλλά ακόμα περισσότερο ο φωτογραφιζόμενος.

Μόνο αυτοί μπορούν να ξέρουν τι ακριβώς συνέβαινε μέσα τους εκείνη τη στιγμή.
Μόνο αυτοί μπορούν να ξαναζήσουν για λίγο όλα εκείνα. [...]


( Φωτογραφίες εκτυπωμένες πάνω σε χαρτί

ή στη μνήμη ενός σκληρού δίσκου αποθηκευμένες

Φωτογραφίες εκεί που φυλακίζεις την στιγμή

σε πόζες χαμογελαστές κι ευτυχισμένες.

Φωτογραφίες παρόν που γίνεται παρελθόν

προτού προλάβεις να συνειδητοποιήσεις

Φωτογραφίες γιατί όσο κι αν μείνεις στο παρόν

τον χρόνο πίσω δε γίνεται να γυρίσεις.
)

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

"Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει,
θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα.."


Η αδυναμια μου


Δεν το γνωριζεις και δεν θα το μαθεις ποτε, μα μετα απο πολυ καιρο μιλησα για σενα σε δυο πολυ καλες μου φιλες και εφερα στο μυαλο μου τη μορφη σου. Και παρα το οτι εχω πολυ καιρο να σε δω και οι μερες περνανε και ο χρονος φευγει, εσυ ακομα υπαρχεις. Στις σκεψεις μου, στο μυαλο μου, στην καθημερινοτητα μου, στο πληθος των περαστικων οταν το βλεμμα ψαχνει για το γνωριμο προσωπο σου. Υπαρχεις στα παθηματα μου, στο γελιο μου, στα δακρυα μου. Στον πονο. Ενιωσα καλα το να μιλησω παλι για σενα λιγο. Να σε επαναφερω ολοκληρωτικα στη μνημη μου και να σε θυμηθω. Τις κινησεις σου, τα ματια σου, τον τροπο που ειχες να με κοιταζεις.. Το χαμογελο σου ή ακομα κι αυτο το παραλιγο χαμογελο που σχηματιζοταν στο προσωπο σου καθε φορα που ηξερες οτι σε κοιτουσα και προσπαθουσες να κρυφτεις. Εκεινα τα πρωινα σχολειου που δεν υπηρχε μια μερα που να μην ειχαμε κοιταχτει σαν εμπαινα στο προαυλιο, ουτε μια μερα που να μην καθοσουν στο συνηθισμενο πεζουλι, αλλες φορες απλα συζητουσες με την παρεα σου, αλλες ισως κρατουσες ενα βιβλιο στο χερι και διαβαζες, αλλα παντα, παντα γυρνουσες ή σηκωνες το κεφαλι και με κοιτουσες. Ακομα κι εκεινα τα ελαχιστα πρωινα που αργουσες να φτασεις στην ωρα σου και συχρονιζομασταν και φταναμε μαζι. Ολα τα θυμαμαι ματια μου, ολα. Εσυ; Εσυ θυμασαι; Θυμασαι τις τυχαιες συναντησεις μας εξω; Εσυ με την παρεα σου κι εγω με την δικη μου; Κι εκεινες τις βραδιες, μετα απο δυνατη βροχη, που οπως και να ειχε σε συναντουσα; Ξαφνιαζομουν κι εγω. Γιατι εβγαινες παντα μετα τη βροχη και παντα σε εβλεπα; Καθε φορα αυτη η ερωτηση τριγυρνουσε μεσα στο μυαλο μου. Φαινεται η βροχη ηταν κατι που αρεσε και στους δυο μας. Ξερεις δεν αρεσει σε πολλους, κι ομως εμας ηταν το δυνατο μας σημειο μαλλον. Μεχρι και σημερα σκεφτομαι ποσο περιεργο ηταν αυτο και καθε φορα που βρεχει σε θυμαμαι λιγο και σε σκεφτομαι λιγο. Για τον εναν ή τον αλλο λογο δεν ξερεις ποση χαρα επαιρνα. Ποσο γρηγορα και δυνατα χτυπουσε η καρδια μου τη στιγμη που περνουσες απο διπλα μου. Ξερεις, θυμαμαι ακομα κι εκεινη τη μερα σ'ενα απο τα διαλειμματα που στεκοσουν διπλα μου στο κιλυκειο και εχασα τα λογια μου. Ειχα κατακοκκινησει απο την ντροπη μου. Ημουν σιγουρη οτι θα με ειχες περασει για χαζη. Φυσικα υπαρχαν και οι στιγμες αδυναμιας που δεν ηξερα τι εκανα, μα ελπιζω να εδειχνες επιεικια γιατι ημουν πολυ μικροτερη τοτε. Ξερω οτι ποτε δεν ειχε ακουστει απο μερους σου κακος λογος ουτε υπηρξε καποια μορφη κοροΪδιας. Ημουν η μικρη σου. Παντα θα ειμαι η μικρη σου. Τα θυμασαι ολα αυτα; Εγω τα εχω συγκεντρωσει ολα σε μια ακρη του μυαλου μου. Τιποτα δεν εχω ξεχασει. Και ειναι κι αλλα πολλα. Παρα πολλα αγαπη μου.

Τελικα, ισως να ηταν και λαθος μου που μιλησα για σενα, ισως να ειναι λαθος που ακομη σε ζηταω, ισως να ειναι λαθος που δεν υπαρχει ουτε μια γαμημενη μερα που να μην εχεις περασει απο τις σκεψεις μου. Και δεν δινω δεκαρα που ειμαι λαθος και που ακομα θυμαμαι και καμια φορα ελπιζω. Δεν με νοιαζει ματια μου γιατι απο οσα λαθη και να εχω κανει ως τωρα στη ζωη μου, εσυ ησουν το σωστοτερο και θα το επαναλαμβανα απο την αρχη. Μοναχα μια ερωτηση εχω. Ενα παραπονο καλυτερα. Γιατι δεν με αφησες να σε γνωρισω οπως θα ηθελα; Γιατι δεν μπορεσες να αφεθεις και να με μαθεις. Να με γνωρισεις. Χωρις περιορισμους, χωρις ενδοιασμους, χωρις φιλικες επιρροες και διχως τα κοινα στερεοτυπα της ηλικιας;

Εχει περασει καιρος απο τοτε και χρονος πολυς. Εχω αλλαξει πολυ απο τοτε. Εχω μεγαλωσει πολυ απο τοτε κι εχω μαθει πολλα. Ισως στο παρον που ζουμε να ειχαμε μια δευτερη ευκαιρια, ομως τωρα τα πραγματα εχουν αλλαξει. Οι ζωες μας εχουν προχωρησει και ολα αυτα ειναι μια αναμνηση. Εγω την κραταω ως μια ευχαριστη αναμνηση γιατι παρα τα οσα ειχαν γινει οταν σε θυμαμαι, ακομα και τωρα που γραφω για σενα, πιανω τον ευατο μου να χαμογελα στη θυμηση σου.





( Τώρα που μπορώ λείπεις.
Τότε που φοβόμουν υπήρχες.

Όταν κουραστώ και
αποκάμω
θα ‘σαι σκιά.
Όταν δακρύσεις
θα ‘χω γίνει ανάμνηση. )


Πανελληνιες


Είναι η πίεση της τρίτης λυκείου.. ο καιρός κοντεύει και νομίζουν όλοι ότι είναι εύκολο και σε πρήζουν..

Ξέρετε τι τραβάμε;; ποση κούραση καθε μερα ή τι προσπαθεια καταβαλουμε για να μάθουμε όλα αυτά τα κατεβατά που μας ζητουν για να περάσουμε σε ενα πανεπιστήμιο;

Που στην τελική τι; ΤΙ; εχουμε δει και ξέρουμε πολύ καλά πως οι πιο σημαντικοί άνθρωποι της χώρας μας και του πλανήτη δεν πέρασαν ποτέ από κάποιο πανεπιστήμιο. Ούτε απ'έξω. Και άλλοι κύριοι κουστουμάτοι και εδράτοι έχουν καταστρέψει κόσμο. Αλλά τι; Τα χουμε βάλει όλα σε κουτάκια και τα καναμε στερεότυπα. Κανεις δεν τόλμησε να πάει κόντρα στους πολλούς γιατί θα τον φάνε. Καναμε τις αξίες της ζωής ίσες και όμοιες με την οριστική και την υποτακτική. Γιατί έτσι είπαν θα γίνεις άνθρωπος και θα πας μπροστα. Ετσι είπαν θα βγάλεις λεφτά. Να τα χέσω και τα λεφτά σας και όλα. ΖΩΗ ΘΕΛΩ. Με τα λεφτά και την φήμη επιβιώνεις κ μια ζωη νιωθεις ανωτερος. Για ποιο λογο; Για να ζήσεις θες ΨΥΧΉ ΚΑΙ ΤΡΈΛΑ. Οταν το καταλάβουμε ίσως αυτός ο κόσμος αλλάξει.

Κι αν όπως λένε αν είχαν περασει κι αυτοί από τη θέση μας θα καταλάβαιναν πολύ καλά πως όταν κρέμεσαι από μια κλωστή δεν την ταρακουνάς, δεν την τραβας γιατι καποια στιγμη θα κοπει. Αλλά βέβαια, είμαστε παιδιά και δε ξέρουμε τι λεμε. Ειναι το ξεσπασμα της ηλικιας. Μεγαλωνουμε λενε κι ετσι τα δικαιολογουν ολα. Αυτοί κατέστρεψαν τον κόσμο, εμείς -το μέλλον- θα τον ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ; Με τέτοια μυαλά δεν ειδα να κάνουν ΤΊΠΟΤΑ καλό. Καταστροφή και ξανα από την αρχή σε μια Ελλάδα του 21ου αιώνα. Αιώνες πίσω πάμε, οχι μπροστα. Και σκέφτομαι τώρα: οι δυσκολίες ερχονται καποια στιγμη σε ολους, σε αυτούς που δεν τις αντέχουν, αλλα και σε αυτους που εχουν τη δυναμη κ τις αντιμετωπιζουν. Τους ζορικους. Οταν η συνέχεια γίνεται ζόρικη, οι ζόρικοι
συνεχίζουν.

Γιατί ρε συ τα 18 δν τα φανταζόμουνα έτσι. Αντί να φτιάχνουμε κι άλλες ώρες για να προλάβουμε να κάνουμε ουσιαστικά πράγματα, πραγματα που μας αρεσουν ή πραγματα για να βοηθησουμε για επικαιρα ζητηματα που χρεαζονται αμεσα τη δικη μας συνδρομη, φτιάξαμε ώρες για τα φροντιστήρια και ωρες που κλεινομαστε στο σπιτι κ σκεφτομαστε το πως θα τα βγαλουμε εις περας, πως θα τα καταφερουμε ή τι θα γινει αν τελικα δεν τα καταφερουμε..  γιατί αυτό είναι τα 18.8 + ;8ώρες φροντιστηρίου. Εγώ περίμενα να κάνουμε τρέλες, να ζούμε τη ζωή στα άκρα. Να κάνουμε πράγματα κρυφά και μετά από χρόνια να τα λεμε και να γελάμε, αλλά παντού μας συνοδεύει αυτή η αρρώστια που λεγεται άγχος. Αγχος αν θα το κανεις καλα. Αγχος αν θα προλαβεις. Αγχος μην τυχον καποιος ειναι καλυτερος απο σενα. Γιατι ετσι μας εχουν μαθει να σκεφτομαστε. Μας εχουν βαλει σε αυτο το τρυπακι που αν δεν αρρωστησεις και δεν επηρεαστει η ψυχικη σου υγεια, τοτε δεν θα πετυχεις! Ακομα και την ωρα που θα γυρισεις απο το σχολειο για ενα πιατο φαγητο στο σπιτι σου αγχώνεσαι. Ποση ωρα εκανα; Ποση ωρα εχω ακομα; Μου φτανει ο χρονος; Κι επειτα αν δεν προλαβεις κατι ή αν δεν εκανες κατι οπως "επρεπε" αρχιζει το κυρηγμα και τα σχολια. Γιατι δεν το εκανες ετσι; Γιατι δεν το εκανες αλλιως; Γιατι δεν ειναι τελειο; Γιατι ετσι ΓΟΥΣΤΑΡΩ. Αυτο μπορω να δωσω στο κατω κατω.

Τι ειδους ΚΟΙΝΩΝΙΑ ειναι αυτη; Τι ειδους συστηματα;;
Ευθειες Εποχες [αποσπασμα]

Κατεβασμένα κάγκελα, κατεβασμένα πρόσωπα, μια πόλη κατεβασμένη στα πατώματα, πόλη που λέει ο λόγος, δεν ξέρω εάν αυτή λέγεται πόλη πια, μια πόλη θέλει πολίτες για να λέγεται πόλη, που να αναπνέουν, να χτίζουν, να περπατούν, να δουλεύουν, πού να τα δεις αυτά εδώ, γέμισε η πόλη με σκιές, με άδεια κτίρια σε άδειους δρόμους γύρω από άδειες πλατείες, να γυρνούν τα μάτια μας να τα κοιτούν, άδεια, χωρίς το παραμικρό ξάφνιασμα, τα μάτια έχουν γίνει πια αυτό που κοιτούν, το άδειο από τα μάτια έχει μπει μέσα στο μυαλό, μέσα στο σώμα και δε λέει να φύγει πια, άδειασαν από μέσα όλα τα μυαλά και όλα τα σώματα και δεν έμειναν παρά μόνο σκιές, κι είναι και αυτή η σκόνη που πέφτει από ψηλά, αργά και σταθερά, μπαίνει μέσα στα ρουθούνια και κόβει κάθε αναπνοή, πέφτει πάνω στους ανθρώπους και τους βαραίνει, με τον χρόνο πετρώνει επάνω τους και με δυσκολία κινούνται πια, κι έτσι σιγά σιγά οι άνθρωποι γίνονται αγάλματα, ακρωτηριασμένα αγάλματα, χωρίς λαιμό για να μιλούν, χωρίς χέρια για να εργάζονται, χωρίς πόδια για να στέκονται πόσο μάλλον για να περπατούν, μισά σώματα πεταμένα στο πλάι, άγαρμπα κομμένα σώματα στημένα στα γόνατα, να τα κοιτούν, να τους λένε τι όμορφα που είναι, τι όμορφη που είναι αυτή η πόλη η γεμάτη με τα σκόρπια αγάλματα που μέρα με τη μέρα πληθαίνουν κι είναι όμορφα έτσι όπως γυαλίζουν στο φως, έτσι λένε αυτοί που τα κοιτούν, καλά στοιχισμένα, σχηματίζοντας ευθείες γραμμές, για να περνούν ανάμεσά τους, ανενόχλητοι να τα κοιτούν, να τους λένε τι όμορφα που είναι, για πόσο πια στοιχισμένα, για πόσο πια αγάλματα κανείς δε λέει, τα αγάλματα δε χρειάζεται να ξέρουν, τα αγάλματα δεν καταλαβαίνουν, έτσι νομίζουν εκείνοι, κι όμως είναι κάτι βράδια που κλείνω τα μάτια μου και κοιτώ τα στοιχισμένα αγάλματα έτσι όπως γυαλίζουν στο φως, να μου κλείνουν το μάτι, να με κοιτούν με τα λευκά μάτια τους κι ύστερα να κοιτάζονται μεταξύ τους, κι ύστερα να γίνεται αυτό που εκείνοι δε φαντάζονται, δεν μπορούν να φανταστούν ότι συμβαίνει κι όμως γίνεται, τα αγάλματα πλησιάζουν το ένα το άλλο και μιλούν, κι όχι μόνο, κάποια βράδια μπορούν και παίζουν, δε θα το πίστευα ποτέ εάν δεν το έβλεπα ο ίδιος με τα μάτια μου, έχουν ένα δικό τους παιχνίδι που παίζουν, λένε αγαλματάκια ακούνητα μέρα ή νύχτα και αλλάζουν θέση, μεταξύ τους, για να αλλάξουν θέση μετά ξανά, το πρωί να είναι πάλι ίδια, στη θέση τους, κανείς από εκείνους να μην καταλάβει, ότι κάθε βράδυ παίζουν τα αγαλματάκια ακούνητα μέρα ή νύχτα στις άδειες πλατείες, κάτω από τα κλειστά παράθυρα, κάτω από τα κλειστά τους βλέφαρα σπάζοντας τις ευθείες γραμμές.

Δεν ξέρω εάν αυτές οι γραμμές αληθινά υπάρχουν ή τις βλέπω εγώ μέσα από τα μάτια μου, εάν τελικά γίνομαι εγώ ό, τι βλέπω, ό, τι αγγίζω ή ό, τι αγγίζω και βλέπω γίνεται ό, τι κι εγώ, και δεν ξέρω τι φταίει, γέμισε ο κόσμος με ευθείες γραμμές, γέμισαν οι άνθρωποι, γέμισε η πόλη, ολόκληρη η πόλη μια ευθεία γραμμή, σαν τη γραμμή του εγκεφάλου, σαν τη γραμμή της καρδιάς, εποχές της ευθείας γραμμής και δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα αντέχουμε, δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα αντέχω να ζω ανάμεσα σε ευθείες.




από το τρίπτυχο σεμινάριο λογοτεχνικής γραφής του Δημήτρη Τανούδη:
«shortstory: ένα σύμπαν σε συστολή» | «η γραφή ως στιγμή» | «προς ένα νέο τραγικό»
της Γιώτας Δημοπούλου
Τα παθη της βροχης

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κικη Δημουλα


Δωσε χρωμα

Οι νότες είναι χρώματα, η καρδιά πινέλο και το μυαλό ο πίνακας. Το πινέλο γλυστράει πάνω στον πίνακα όπως χτυπάει και η καρδιά στο στήθος. Με χαρά, με πονο, με έρωτα.
Ποτέ μη φοβηθείς να λερώσεις τα χέρια σου. Δώσε χρώμα. Μη φοβηθείς αν είναι πολύ σκούρο, πολύ φωτεινό. Απλά ακούμπησέ το πάνω στο χαρτί.
Και τότε θα δεις γιατί το αίμα σου είναι κόκκινο, γιατί η θάλασσα ειναι μπλε, γιατί η νύχτα είναι μαύρη.

Τότε θα μάθεις γιατί οι ανάσες σου δεν έχουν χρώμα.
Για να τους δίνεις εσύ το δικό σου…