Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

A primo ad ultimum


she drew a flower
and painted it white
because that was the color
of her wedding dress and
she couldn't wait to dance
in it, and press
her lips against his.

she drew a flower
and painted it blue
because that was the color
of the sky when he
told her that he didn't
love her anymore and blue
was how she felt when she
woke up without him
next to her.

she drew a flower
and painted it red
because that was the color
of the blood pulsing through her veins
and trickling down her arms
when she had to
remind herself that she
was indeed
alive.

he drew her a flower
and painted it white
because that was the color
of the dress they buried her in,
because she wanted to feel
beautiful again
and she'd never felt more beautiful
than the day she
danced around in it
and pressed her
lips against him.

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Θολές Ιστορίες: λόγος υποθετικός




Θολές Ιστορίες: λόγος υποθετικός
:

αν σου έγραφα ένα γράμμα
θα μάθαινες για την αφόρητη απουσία σου
για την παράνομη κατοχή των σκέψεών μου
και τα 86400 δευτερόλεπτα της ημέρας
θα μάθαινες πως κάποτε θα συναντηθούμε
καλοκαίρι θα είναι
θα τρέξω με ορμή καταπάνω σου
θα σπάσω όλα τα φράγματα της λογικής
τα χέρια σου θα ανοίξουν σαν δαγκάνες
και θα με λιώσουν μέσα τους
να μην ξαναφύγω ποτέ πια
θα σου έλεγα

είναι ακατόρθωτο να σταματήσω να σ'αγαπώ
όσο κι αν προσπαθώ με όποιους τρόπους
θεμιτούς ή αθέμιτους -συγγνώμη γι'αυτό-
πως πρέπει να έρθεις να με βρεις κι εγώ
τρέχοντας θα κατέβω και τους 10 ορόφους
θα σου έλεγα αγάπη μου
πως τα πρωινά μου δεν είναι πια φωτεινά
γιατί όταν ξυπνάω δεν αντικρύζω τα μάτια σου
και την Άνοιξη δεν έχω τι να την κάνω αφού
ν'ανθίζω μπορώ μόνο με τα δικά σου φιλιά
να επιστρέψω δεν τολμώ αφού
δεν έχω κανέναν να με περιμένει


αν σου έγραφα ένα γράμμα θα (...)
μα δεν θα σου γράψω, γιατί μεγαλώσαμε πια
μου είπαν πως οι μεγάλοι δε γράφουν γράμματα
έχουν άλλες δουλειές, που χρόνος για τέτοια
οι μεγάλοι λέει ζούνε με κενά
-τα κενά λέει συνηθίζονται-
οι μεγάλοι λέει ακολουθούν τα γεγονότα και
τα γεγονότα μου είπαν να μη γράψω άλλο γράμμα
ήμουν κάποτε μικρή άλλωστε, έχω γράψει πολλά
τα έχεις άραγε κρατημένα;

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

"Έχουμε οθόνη αφής.. Φακούς επαφής... κινητα αφης...
Αλλά καμία αφή και καμία επαφή με τους ανθρώπους..
"

Στο ενα χερι το iPhone στο αλλο το iPod.
Κι αν σου δωσω ενα τριανταφυλλο πως θα το κρατησεις;

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014


“Εγω θα φύγω. Θα φύγω μακριά.
Θα χάθω. Θα εξαφανίστω.
Δε θα είμαι παρα μια έννοια, μια φαντασία, ενα αόριστο όνειρο.
Η αξία μου θα ειναι μηδενική. Δε θα μου αρμόζει ουτε μια σκέψη.
Θα εχει βαρεθεί το μυαλο σου να με θυμάται.
Να με δημιουργεί.
Να ζαλίζεται με εμενα.
Θα με αποβάλει. Δεν πειράζει.
Ολα τα παράσιτα καποια στιγμή ο οργανισμός γίνεται δυνατός και τα απομακρύνει.
Εχε πίστη.
Εγω θα χάθω. Θα εξαφανίστω.
Και το μόνο πράγμα που θα έχεις κρατήσει μέσα σου για μένα θα ειναι ενα μεγάλο, ή απειροελαχιστο,
Αν.”

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ


Όταν έχεις ένα μυστικό, είναι σαν ένας βαθύς, βαρύς πόνος. Σαν βράχος που έσκασε από ψηλά. Σαν νύχτα που βαραίνει την θλίψη σου ακόμη πιο πολύ. Ύστερα, έρχεται ένα τραγούδι και βλέπεις πως το μυστικό σου, υπάρχει εκεί έξω, με άλλο όνομα, άλλο πρόσωπο, αλλά με τον ίδιο ήχο. Και τότε νιώθεις ένα παράξενο μαζί, μα συνάμα κι ένα μεγάλο μόνος.
Μόνος, γιατί όλα όσα είναι το μυστικό, ακόμη κι αν το ξέρει και κάποιος άλλος, το δικό σου μυστικό εξακολουθεί να είναι τέτοιο, που δεν μπορείς να το μοιραστείς. Υφαίνει τα πέπλα του γύρω σου. Απλώνει τα νύχια του ακόμη πιο μέσα σου. Βρίσκει την πληγή και γραντζουνάει ό, τι έχεις ορίσει ως απροσπέλαστο.

Κι εσύ, θες να τα πεις όλα, μα δεν γίνεται. Δεν έχουν όλοι την ίδια αντοχή στην ακουστική του πόνου. Στις νότες της θλίψης, η μελωδία σου ανήκει εξ’ ολοκλήρου. Μια μεταφυσική αύρα τρέχει γύρω απ’ τη μνήμη σου. Από εκείνα που ξέρεις πως είδες, από αυτά που είσαι σίγουρος πως κάποτε ήρθαν. Κι έφυγαν. Αναίτια οικειοθελώς. Μονότονα ύπουλα.
Κοιτάζω έξω τον δρόμο. Έχει γεμίσει με βάλτους. Στα χέρια μου φυτρώνουν νούφαρα. Περιμένω την βροχή που θα στεγνώσει το οδόστρωμα. Τη στιγμή που θα φοβάμαι ακόμη πιο πολύ την ώρα που θα πάψω να φοβάμαι. Θέλω αυτό που δεν υπάρχει πουθενά. Θέλω να φωσφορίζει το βλέμμα σου από ένα έπειτα. Από το μετά του θανάτου. Το κατόπιν του κόσμου που χάλασε. Που πήρε την ουσία μέσα απ’ τα μάτια σου.

Να μπορώ να σου πω: Κοίτα, πονάνε κι οι βράχοι. Κι εσύ να νιώθεις τη γεύση απ’ τα κύματα να ρέει απ’ τα χείλη μου, σαν μέλι. Αστείρευτα χαλάσματα ομορφιάς. Η αγάπη φτιάχνεται από αίμα. Όσο το σκουπίζεις, τόσο περισσότερο απλώνει. Μες στα ερείπια της νύχτας, χαλασμένες φωνές επενθοστολούν όνειρα. Μην τα κοιτάς. Δεν σε αντέχουν.

Μείνε όσο μπορείς μακριά. Τρέξε να φύγεις απ’ την άκρη των δαχτύλων μου. Δεν χωράς σε αυτό τον κόσμο. Ξωτικό που έχασε το μονοπάτι για το πίσω του. Τιμωρία για το μυστικό που έμαθε. Ξέχασε όλα όσα είπα. Δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα παραλήρημα αλήθειας που μου ξέφυγε. Γιατί οι άνθρωποι δεν λένε ποτέ αλήθεια. Οι αλήθειες, τους ξεφεύγουν σαν σπίθα που το σκάει απ’ τη φωτιά.

Κι εγώ, αερικό, που έτυχε να με φέρει ο άνεμος κοντά σου. Ατλαντίδα που ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας μόνο για να χαθεί πάλι. Ξανά και ξανά και ξανά. Για εκείνες τις ώρες. Τις στιγμές, που όσο πλησιάζουν, απομακρύνονται.

Μην πας μαζί τους. Δεν αναπνέουν αύριο.


[Μαρια Χρονιαρη]





Έκλεβα λιγάκι από τις ψεύτικες ρε τις χαρές σου
– μοιάζει η νύχτα να κερνάει με χαρά το κακό.
Μέσα μου κρατούσα ένα θαμμένο χρόνια μυστικό
–είσαι κοντά μου το νιώθω λαβωμένο ξωτικό.


Ενα ακομη γιατι..


Αυτο το συναισθημα τον τελευταιο καιρο, που νιωθεις οτι κατι σου λειπει. Σιγουρα κατι λειπει. Ομως ειναι κι αυτο το αλλο, το αλλο συναισθημα που σε πλακωνει. Αυτο που ο,τιδηποτε κι αν συμβαινει γυρω σου, ακομα και το πιο μικρο κι ασημαντο πραγμα, οπως το να σου πεσει το στιλο που κρατας, νιωθεις οτι θελεις να κλαψεις, να φωναξεις, να λυγισεις. Αυτο που νιωθεις οτι ολα εχουν στοχο εσενα. Πως ολοι ειναι εναντιον σου. Πως ο,τι κι αν γινεται ειναι αποτελεσμα του οτι παντα εσυ εχεις κανει καποιο λαθος, ενω ξερεις οτι αυτες ειναι απλα σκεψεις που τρυπωνουν μεσα στο κεφαλι σου.

Περνανε οι μερες και καθε μερα διαπιστωνεις οτι οι καταστασεις, τα πραγματα, οι ξενοι ανθρωποι γυρω σου, οι περαστικοι αλλα και τα προσωπα, που λες, οτι εχεις πιο κοντα σου δεν θελουν να εχουν καμια σχεση με σενα. Να ειναι αυτο που με καθε κουβεντα που ανταλλαζεις μαζι τους νιωθεις καθε δικη τους απαντηση ειναι κι ενα χτυπημα μεσα σου. Σαν να μη θελουν ουτε να σου μιλανε ουτε να τους μιλας.

Μα ειναι κι αυτο που μερικες φορες εχεις αναγκη εναν ανθρωπο και δεν ειναι εκει για σενα κανεις. Δεν το θεωρεις λιγο αδικο; Εσυ κανεις τοσα πολλα για τους αλλους. Το ξερεις. -Οχι, οχι. Μην νομιζετε πως επειδη κανω κατι θελω κατι αλλο σε ανταποδωση. Οχι, ποτε μου δεν σκεφτομουν ετσι. Οταν κανω κατι το κανω για μενα. Επειδη θελω να το κανω και γιατι θελω να βοηθησω- Και τελικα στο τελος της μερας αυτο που θες ειναι να κουλουριαστεις σε μια μπαλα κατω απο τα σκεπασματα του κρεβατιου σου και να κλαψεις, ετσι οπως εχεις πολυ καιρο να ξεσπασεις. Και επειτα αρχιζουν οι μικρες φωνουλες στο κεφαλι σου. Αναρωτιεσαι ξανα και ξανα γιατι; Κι υστερα αρχιζεις και δημιουργεις σεναρια στο μυαλο σου. Χρεωνεις τον εαυτο σου υπευθυνο για ολα. Ψαχνεις και την παραμικρη λεπτομερια για να καταληξεις στο οτι τελικα εσυ φταις, για ο,τιδηποτε. Εσυ κανεις συνεχεια καποιο λαθος, εσυ δεν εχεις δικιο. Εσυ, εσυ, εσυ.

Ειναι ετσι ομως;
Κι αυτο που μενει στο τελος μετα απο ολα, τι ειναι;

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Θολές Ιστορίες: όσα ποτέ δεν ήρθαν

Κάποιες μέρες ένα κενό..
Έρχεται, ξαπλώνει στην καρδιά μου.
Κάποιες μέρες έρχομαι εγώ
Και σε ξεκουράζω εδώ κοντά μου.
Κάποιες μέρες ένα κενό..
Θέλει κάτι απ'την καρδιά μου
Κάτι που δε βρίσκεται εδώ.


Θολές Ιστορίες: όσα ποτέ δεν ήρθαν
:


Δεν είναι πια το πρόβλημα στα βράδια.
Το πρόβλημα πλέον είναι στα πρωινά.  Όχι, όχι δεν είναι βαριά, το
πάπλωμα άλλωστε έχει μεταφερθεί στο πατάρι, ούτε να κρυφτείς μπορείς,
ούτε να το σηκώσεις χρειάζεται. Ο ήλιος ξεμυτίζει κάθε χάραμα, μόνο για
να σε κάνει να χαμογελάσεις. Είναι να, μόναχα μια αίσθηση, σα να
ξεράθηκε ο λαιμός σου. Κι ας είναι πλεόν Απρίλης.
Είναι που κάτι λείπει και ξέρεις πως δεν είναι πίσω να κοιτάξεις αυτή τη
φορά. Είναι όλα όσα κάθε βράδυ, όταν κλείσεις τα μάτια ζωγραφίζονται
στο μυαλό σου, όσα με ακριβείς λεπτομέρειες θα μπορούσες να τα
περιγράψεις στον καθένα. Είναι που θες έναν ώμο να γείρεις, και μια φωνή
να λέει "όλα θα γίνουν όπως ακριβώς πρέπει, όπως ακριβώς πρέπει για να σε κάνουν χαρούμενη". Κι
είναι ύστερα κι αυτά, τα τυχαία αποσπάσματα,  που κάνουν τα πρωινά σου -
που δεν ήταν τόσο βαριά - να γίνονται μεσημέρια αβάσταχτα.

"Είναι που θες να κλάψεις με λυγμούς, για όλα όσα ονειρεύτηκες,
αγάπησες, περίμενες - για όλα όσα ποτέ δεν ήρθαν. Είναι αυτή η αβάσταχτη
ανάγκη να θέλεις να χαριστείς και να μην έχεις που. Αυτή η αβάσταχτη
ανάγκη , να θέλεις σε κάποιον να χαριστείς.
Και αυτός ο κάποιος να μη μπορεί να πάρει μια μορφή, μες στο μυαλό σου.
Να θέλεις να μαδήσεις την ύπαρξη σου. Να τη σκορπίσεις.
Να την πυρπολήσεις, μόνο για χάρη του.
Να θέλεις να του αφιερώσεις ένα τραγούδι. να του στείλεις ένα φιλί.
Και να μη βρίσκεις πουθενά τα χνάρια του για να τ’ακολουθήσεις.
Μου λείπει η αγάπη μου, εντάξει. Μου λείπει αφόρητα.
Μα σίγουρα, δεν είναι το πρόσωπο της που ψάχνω μέσα σ’ αυτό το τοπίο.
Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος, που έχει κουλουριαστεί μες στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό, έστω στην άκρη των μαλλιών…
Τόσο πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;
Τόσο πολλά;"
Ναι είναι κάτι πρωινά, κι ύστερα κάτι μεσημέρια που λείπει, λείπει πολύ
εκείνο το αγόρι με το κυπαρισσί γιλέκο, το αμήχανο βήμα και το αθώο
χαμόγελο. Εκείνα τα χέρια που μέσα τους τίποτα δεν φοβόσουν κι εκείνα τα
μάτια γεμάτα αλήθειες. Μα αυτά δεν υπάρχουν πια, χάθηκαν εδώ και καιρό.
Κι έπειτα γίνεται ακόμα πιο επώδυνη η έλλειψη των άλλων. Λείπουν εκείνα
τα αδιάφορα βράδια που δεν έκανες τίποτα να βρουν ένα κάποιο
ενδιαφέρον. Εκείνες οι σχέσεις που επέπλεαν σαν φελλός, οι δήθεν
χειραψίες και οι άσκοπες τζούρες επιβεβαίωσης. Τα αντίο, που έχασαν τον
δρόμο τους στο βωμό της αγάπης κι οι συγγνώμες που δέχτηκες χωρίς να
πρέπει. Στον ίδιο βωμό κι αυτές. Λείπει η "σοβαρή" σχέση που ποτέ δεν
έκανες και αυτή η σπουδαία αγάπη που ποτέ δεν ήρθε. Τα μεγάλα λόγια που
ποτέ δεν είπες κι αυτά που ποτέ δεν άκουσες. Μα πιο πολύ το ξέρεις,
λείπεις εσύ. Κοίτα στον καθρέφτη. Δεν είσαι εσύ αυτό που
βλέπεις. Όχι σίγουρα δεν είσαι! Εσύ χαμογελούσες και έλαμπε ο κόσμος.
Άνοιγες τα μάτια σου και φώτιζε η γη. Εσύ κάποτε ήσουνα ζωή.

Αν σου λείπει κάτι -το ξέρω- είναι εκείνα τα συμπαντικά δευτερόλεπτα που τα κύτταρά σου κοντεύουν να ξεκολλήσουν και να αρχίσουν να χορεύουν, αυτόνομα, όχι σαν ένα σώμα.
Κι είναι εκείνος, εκείνος ο ήχος που ποτέ δεν άκουσες, ο ανεπαίσθητος εκείνος ήχος, σαν ψίθυρος, σαν μυριάδες ψίθυροι μαζί, που ενυπάρχουν σε μια τόσο απλή κίνηση, ξέρεις όπως

όταν ενώνονται δυο κομμάτια παζλ ή κουμπώνουν δυο τουβλάκια λέγκο.
Μα θέλει ησυχία, απόλυτη για να ακουστεί και χρόνος πολύς
ησύχασε και κοίτα το φεγγάρι, είναι πλέον Απρίλης.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

ΛΙΓΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ (ΑΚΟΜΑ)

Έχουμε μια μοναδική αποκλειστικότητα: Ψηφίζουμε τους περισσότερους νόμους αλλά δεν εφαρμόζουμε κανένα. Ή μάλλον εφαρμόζουμε τα παράθυρά τους. Γιατί; Γιατί έτσι γουστάρουμε. Ή έτσι μας συμφέρει. Το κράτος εμφανίζεται μόνο στη τηλεόραση, στις συμφωνίες με διεθνείς οργανισμούς για τις αποκρατικοποιήσεις, στις αυξήσεις των τιμολογίων της ΔΕΗ, στα χαράτσια των φόρων. Με μαύρα κουστούμια, με μαύρα χαμόγελα. Πενθεί.

Το κοινό που διαβάζει βιβλία είναι απ’ τα πιο ζεστά. Από τα πιο ανθρώπινα, τα πιο ξεχωριστά. Προσοχή, μιλώ για τους αναγνώστες. Να πάρει λοιπόν τα όπλα και να αφήσει προσωρινά τον Μπαλζάκ και τον Χέμινγουει στην ησυχία τους. Να βγει στους δρόμους, όχι σαν συντεταγμένο ΚΚΕ, όχι σαν Αλέξης – τα ρέστα μου, όχι σαν εξωκοινοβουλευτική αριστερά που ονειρεύεται να γίνει κοινοβουλευτική. Να βγει στους δρόμους σαν το τελευταίο δείγμα αξιοπρέπειας που έμεινε σ’ αυτή τη χώρα και να αρχίσει να πυροβολεί. Με λέξεις. Ανάσες. Φωνές.
 
Που είναι οι διανοούμενοι αυτού του τόπου, οι πανεπιστημιακοί, οι συγγραφείς του; Χαμένοι στα 12.000τμ της διεθνούς έκθεσης βιβλίου της Θεσσαλονίκης; Διορισμένοι και άοπλοι στο ΕΚΕΒΙ; Εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία στο Υπουργείο Πολιτισμού; Ανταλλάσσουν σκονάκια στη Σόλωνος για το επόμενο κρατικό βραβείο; Κάνουν το καθήκον τους στα Κυριακάτικα φύλλα και τελείωσε; Που στο διάολο κρύφτηκαν όλοι; Στις σημειώσεις του νέου δοκιμίου τους; Στην αγωνία του πριβέ σαλονιού τους; Στην αγκαλιά μιας παλαβής γκόμενας; Στην εκστρατεία κατάκτησης μιας ακόμα, που την έχει ο δίπλα και τυχαίνει να είναι και…φίλος τους;

Όλοι να αλλάξουμε τον κόσμο θέλουμε. Δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, εργάτες, βιομήχανοι, συνδικαλιστές, δημόσιοι υπάλληλοι, άντρες, γυναίκες, συγγραφείς, ποιητές, ο ψιλικατζής της γειτονιάς μου. Όλοι, αλλά πώς; Όλοι αλλάζουν αυτό που δεν αντέχουν να δουν. Την εικόνα που δεν τους αρέσει. Οι ρυθμοί έγιναν τόσο γρήγοροι. Τόσο δήθεν. Τόσο, αφού σου τα λεγα εγώ, δεν μ’ άκουγες; Από αυτό το αλαλούμ της ψευτιάς, κάτι πρέπει να βγει. Κάτι. Τώρα. Σε λίγο ο ένας θα τρώει τον άλλον live στους δρόμους και θα κόβουμε και εισιτήρια. Θα σε αγγίζουν και θα λες, τι χρωστάω; Θα σου λένε, για το καλό σου. Ποιο καλό μου, το δικό σου θα εννοείς.

Συνεχίζουμε να έχουμε ένα μόνο θέμα: να νικήσουμε. Εμείς. Να επικρατήσουμε των αντιπάλων μας, να κρεμάσουμε τη σημαία μας στο μπαλκόνι. Στη γειτονιά, στο Σκοπιανό, στο κόμμα μας, στη δουλειά, στο σπίτι, στο καφέ, στον άνθρωπο που μας αγαπά. Να τους πάρουμε τα σώβρακα. Το πρωτάθλημα. Έτσι όμως δεν γίνεται δουλειά. Κάποιος πρέπει να χάσει.
 
Και η πλάκα είναι ότι, τελικά, ο χαμένος τα παίρνει όλα.
 
[από το βιβλίο ΤΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ]
Σταύρος Σταυρόπουλους

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Πιστευεις στους χωρισμους;


ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ η νύχτα ήταν αποκλειστική. Η μηχανή πάρκαρε μόνη της κάτω από το παλιό σπίτι. Ο αναβάτης της ήταν αόρατος. Μπορούσες να τον διακρίνεις μόνο μέσα απ’ τη σκιά της ιστορίας, που χαλασμένη σκορπιζόταν τριγύρω. Οι ώρες είχαν γεμίσει αγάλματα.
Η ίδια κόκκινη λίμνη φωτός. Η ίδια απέναντι θάλασσα. Ένα μεγάλο όμικρον – από το ρήμα ουρλιάζω. Κανένα λούτρινο αρκουδάκι. Κανένας χειμών, βαρύς. Ο καιρός τελείωνε.
Από πουθενά δεν μύριζε κέικ σοκολάτα με καβουρντισμένα αμύγδαλα.

Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τρέλα – αλλά δεν ήταν. Μόνο ψεύτικα πόδια, ασπρόμαυρα σχέδια, πεθαμένα πλήκτρα. Πάνω στις κολώνες του λαιμού είχαν δημιουργηθεί αετώματα. Σαν τελευταίες εγκοπές από έναν άγνωστο γλύπτη« για να χωρούν την αρρώστια. Όπως ήταν μαζεμένο το ύφασμα της σάρκας, ξεχώριζες καθαρά από κάτω τον τρόμο. Τα γουρλωμένα μάτια έδειχναν μελλοθάνατο.

Μετά σκεπάστηκαν όλα από μια απορία. Τα προηγούμενα γράμματα μουρμούρισαν τέλος. Η στίξη είχε χαθεί. Τίποτε δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει με την περούκα του ηθοποιού. Η ερμηνεία, όσο καλή και να είναι, κάποτε τελειώνει.


Εκείνος είπε: Δεν είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.
Εκείνη είπε: Σημασία έχει να υποδύεσαι.
Εκείνος είπε: Τι κάνεις όταν σβήνεις; Πώς παραμένεις ορατή;
Εκείνη είπε: Είμαι μόνο ένα μάτι. Δεν βλέπει. Δεν βλέπομαι.
Εκείνος είπε: Εγώ σε είδα. Βρήκα ένα ανοιχτό σώμα. Ένα μεθυσμένο μυαλό.
Εκείνη είπε: Τίποτε από μένα δεν φαίνεται.
Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που μυρίζει λάθος σάρκα από λάθος αγγίγματα.
Εκείνη είπε: Αν δεν παίξω, θα τρελαθώ. Έχω γεμίσει φονιάδες. Και κατευθύνονται προς το μέρος σου.
Εκείνος είπε: Ας τους. Κατευθύνονται χωρίς λύπη.
Εκείνη είπε: Όταν γεννήθηκα, πέθανα. Έμεινε αυτό το λιγνό σώμα. Που λιγοστεύει.
Εκείνος είπε: Ανέβηκα τις κερκίδες για να χορέψω, αλλά ήταν σπασμένες οι μασχάλες σου.
Εκείνη είπε: Ο ουρανός είναι εναντίον μου. Όλα τα φιλιά είναι σκεπασμένα με στάχτη.
Εκείνος είπε: Η αγκαλιά σου είναι ένα μαραμένο απόγευμα. Ένα κρεμασμένο κουστούμι στο δωμάτιο. Μια αλλαξιά δεμένα χέρια.
Εκείνη είπε: Κοίτα. Κάθομαι στα βράχια. Θα μου κάνεις κακό;
Εκείνος είπε: Είσαι φωτογραφία. Όταν γίνεις ζωή, θα σου φυσήξω μουσική. Να την αντέξεις.



Εκείνη είπε: Πες μου, πιστεύεις στους χωρισμούς;
Εκείνος είπε: Πιστεύω στο φως. Και στην αποδεκατισμένη σιωπή.
 
Άρχισαν τότε όλα να επιστρέφουν στο μέρος που γεννήθηκαν. Ο κόσμος ήταν στην αρχή ακατοίκητος, μετά καινούργιος.
Εγκαταστάθηκε σε μια μοναξιά και από εκεί ξεκινούσε. Σαν σημαδούρα επέπλεε για να δείχνει το νέο που έρχεται. 
 
Από πουθενά δεν μύριζε κέικ σοκολάτα με καβουρντισμένα αμύγδαλα.





[από το βιβλίο “Πιο νύχτα δεν γίνεται”]



Θέλεις να πατάς σταθερά.
Σ’ άρεσουν οι ρηχές θάλασσες.
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
Αλλά πάντα στα ρηχά.
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες.
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας με νομίζεις κολλημένο
Στο ίδιο σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές.
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου λέγα
Μωρό μου, κείνο το πρωινό
Δίπλα στην σκάλα πως η ζωή
και ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δεν χρειάζομαι τον κόσμο
Κακώς έχεις νομίσει.
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά
Να δημιουργώ κόσμους.

Νικόλας Άσιμος

Έτσι πάντα θα σε σκέφτομαι.
Χέρι με χέρι.
Τη φωνή σου που έλεγε αγάπη.
Την ευωδιά της αγκαλιάς σου. 
Το αστείρευτο χαμόγελό σου. 
Τη ματιά σου να διώχνει τη μελαγχολία μου.
Το κουράγιο σου που έπνιγε την απόγνωση.
Το όμορφο μοίρασμα της μέρας μας.
Και όλες τις χαρές της ζωής..
Τώρα στολίζω τις οχληρές στιγμές μου
με όλες αυτές τις χαρωπές σκέψεις.

Sitting in a big white room alone
Tilt my head back, feel the tears fall down
Close my eyes to see in the dark
I feel young, broken, so so scared
I don't wanna be here anymore
I wanna be somewhere else
Normal and free, like I used to be
But I have to stay in this big white room
With little old me

I'm going crazy
I'm losing my mind
I'm going crazy
In this big white room of mine
I'm going crazy
I'm losing my mind
I'm going crazy
In this big white room of mine

Sitting in a big white room alone
Close the door
Don't want the pain to come in
I clench my fist
And try to stay strong
I cry, feel sick
My heart is beating, b-b-beating, beating out of control
Can I run, run faster than you
I wanna feel my body again
Feel the wind in my hair, yeah

But I have to stay in this big white room
'Cause no one else cares

I'm going crazy
I'm losing my mind
I'm going crazy
In this big white room of mine
I'm going crazy
I'm losing my mind
I'm going crazy
In this big white room of mine

Everybody's looking at me
Everybody's staring at me
What do I do now
Smile, yeah, yeah
Everybody's looking at me
Everybody's staring at me
What do I do now
Smile, yeah, yeah

Oh oh oh oh oh oh oh yeah oh

I'm going crazy
I'm losing my mind
I'm going crazy
In this big white room of mine
I'm going crazy
I'm losing my mind
I'm going crazy
In this big white room of mine

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014



Εμεις οι λιγοι
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας
κι ολούθε μας κυνηγά το δράμα του άπειρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
και σ΄ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι και οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα
απ’ αυτόν
τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά και οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.

Γιωργος Μακρης




Αν ήτανε το έδαφός σου πρόσφορο
θα σου `φτιαχνα μια πίστα από φώσφορο
με δώδεκα διαδρόμους
δώδεκα τρόμους
με βύσματα κι εντάσεις φορητές
με πείσματα κι αεροπειρατές.

Αν ήτανε η αγκαλιά σου όαση
θα σου `φερνα δισκάκια για ακρόαση
στο λίκνισμα της άμμου
στάλα η καρδιά μου
κι η διψασμένη μου ψυχή στρατός
και πάνω της ζωής ο αετός.

Όνειρα όνειρα
φλόγες μακρινές μου.
Του φευγιού μου όνειρα
κι άγνωστες φωνές μου.

Κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι
σαν ήσυχος θεός θα εκπορεύομαι
απ’τ’άσπρο σου το χιόνι,
δίχως σεντόνι
στα νύχια του κακού τη νύχτα αυτή
κι ο θάνατος λυπάται να κρυφτεί.



Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη,
ένα κορίτσι με κοιτάει,
χορεύει, κι ύστερα πετάει
πάνω απ’ τα μπαρ και τα ηχεία.

Δεν έχει τίποτα να κρύψει,
καμιά φορά αντί να κλαίει
χορεύει, κι είναι σαν να λέει
σπάστε την πόρτα αν δεν ανοίξει.

Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη,
μαζεύει πίσω τα μαλλιά της,
θυμίζεις μια μικρή κυρία
που όλο ξεχνάω τ’ όνομα της.

Ποιος θα τα βάλει με τη θλίψη
όσο αντιστέκεσαι νικάει,
σ’ όποιον τη ρίχνει από το θρόνο
εσένα λέει θέλω μόνο.

Όταν τελειώνει η συναυλία
κάτι παιδιά έρχονται κοντά μου.
Στα σκονισμένα της αρχεία
λένε πως είδαν τ’ όνομα μου.

Κι εγώ αρχίζω να γελάω,
αλλάζει πρόσωπα η θλίψη.
Ρωτάνε αν την αγαπάω,
έστω για λίγο θα μου λείψει..


(Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο...)

Θολές Ιστορίες: Αυτή είναι η δική σου ζωή!

Μια κλασσική, τυπική,

άκακη τελεία.

Σαν αλλαγή, σα σιωπή,

σαν αυτοκτονία.


Θολές Ιστορίες: Αυτή είναι η δική σου ζωή!


Είναι περίεργο. Πιάνεις τον εαυτό σου να εναλλάσσει τις σκέψεις του και
τη διάθεση του με ταχύτητα φωτός. Τα εναλλάσσει τόσο ριζικά, και
αναρωτιέσαι τελικά αν ποτέ υπήρξες στην προηγούμενη κατάσταση.
Συνειδητοποιείς ότι όλα είναι τόσο προσωρινά. Όλα παροδικά και
μεταβαλλόμενα. Τα συναισθήματα, οι καταστάσεις. Και συνειδητοποιείς το
ακόμα καλύτερο. Ότι τα γεγονότα παίρνουν την αξία που θα τους δώσεις
εσύ. Λυπάσαι για το παρόν, ανησυχείς για το μέλλον, χωρίς κανένα νόημα.
Άλλωστε όπως άκουσα πρόσφατα, "ουδέν μονιμότερον του προσωρινού, αλλά και ουδέν προσωρινότερον του μονίμου".


Παλαιότερα δεν το πίστευα. Θεωρούσα πως η ευτυχία δεν είναι προσωπική
υπόθεση. Ότι εξαρτάται από τα τυχαία γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή
καθενός. Είναι η τύχη αυτή που θα καθορίσει αν κάποιος άνθρωπος είναι
ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Τώρα όχι. Δεν το πιστεύω πια. Η τύχη
παίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μας και στην ψυχική μας διάθεση.
Αλλά δεν είναι αυτή που μπορεί να μας κλέψει τη χαρά. Είμαστε εμείς που
θα την αφήσουμε να το κάνει. Είμαστε εμείς και το πως διαχειριζόμαστε
τις καταστάσεις. Είμαστε εμείς που αφήνουμε τα συναισθήματα είτε θετικά,
είτε αρνητικά, να μας κυριεύσουν. Είναι από εμάς που εξαρτάται η
ευτυχία μας και μόνο!



Η ζωή είναι μικρή. Κλισέ μεν, πραγματικότητα δε. Ας αφήσουμε επιτέλους
τους κανόνες, τα πρέπει, τα μη και ας κάνουμε απλά αυτά που θέλουμε. Ας
ζήσουμε όπως επιθυμούμε εμείς, για εμάς. Είχα γράψει σε προηγούμενη ανάρτηση,
ότι συμφωνώ με τις δεύτερες ευκαιρίες, αλλά όχι με τις τρίτες, τις
τέταρτες... Ποιος τελικά μπορεί να ορίσει το σωστό και το λάθος; Το
νορμάλ και το περίεργο; Ποιος μπορεί να πει, καλή η δεύτερη ευκαιρία,
αλλά όχι η τρίτη; Όχι εγώ. Ούτε καν για τη δική μου ζωή, αφού άλλωστε
είμαι πολύ ανακόλουθη με αυτά που λέω. Ζήστε όπως θέλετε! Αυτή είναι η
δική σας ζωή. Και να θυμάστε πως μερικές φορές τα "τέλη" είναι καλά. Ένα
ξεκάθαρο τέλος, θα φέρει μια ξεκάθαρη αρχή. Μια αρχή. Όχι συνέχεια.
Πολλές φορές αυτό είναι το μυστικό. Να πατάς ένα clear recent history. Και να ξεκινάς new session.



(Ίδιο το τρένο,

ίδια η πορεία

είναι άλλο η πράξη κι η θεωρία.)


Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Can you hear the silence?
Can you see the dark?

Λεω οτι δεν θελω να μιλησω ή να συζητησω γι'αυτο. Η αληθεια ειναι πως οχι μονο το θελω, αλλα το εχω κι αναγκη. Ομως φοβαμαι. Φοβαμαι οτι οι λεξεις ευκολα μειωνουν και λιγοστευουν αυταπου νιωθω, αυτα που δεν ξερω αν υπαρχουν οι καταλληλες λεξεις για να εξηγησω σε καποιον. Απο την αλλη δεν ξερω αν υπαρχουν και εκεινοι που θα δεχτουν να σε ακουσουν. Οχι. Οχι απλα να σε ακουσουν και ετσι να περασει η ωρα. Να σε καταλαβουν. Να σε νιωσουν. Να το βλεπεις στα ματια τους. Γιατι πως να εξομολογηθεις τα πιο κρυφα σου μυστικα, τις πιο αθεατες πτυχες σου σε καποιον που απλα θα προσπερασει;

Κι οταν βρισκεις αυτον τον εναν, που αξιζει να ανοιξεις την ψυχη σου και να του δειξεις ποσο σκοτεινος και μπερδεμενος εισαι, δισταζεις. Τρομαζεις. Σαστιζεις. Χιλιαδες σκεψεις και ερωτηματα γεμιζουν το μυαλο σου. Πως να εξηγησεις ολα αυτα που εχεις μεσα σου; Αυτο το κατι που σκεπαζει το μυαλο σου. Τις σκεψεις. Τα συναισθηματα σου. Αυτο το τερας που ζει μεσα σου και σε σκοτωνει λιγο λιγο.. Ρουφαει ολη σου την ενεργεια και καταστρεφει καθε ελπιδα για κατι καινουριο. Για κατι που θα σε βοηθησει να ξεφυγεις απο αυτο το σκοταδι που βλεπεις και οι σκεψεις πια να ειναι ξεκαθαρες. Χωρις αυτες τις ενοχλητικες φωνες μεσα στο κεφαλι σου.


Καθε φορα ομως που προσπαθεις να φτασεις ισως αυτο το ελαχιστο φως, που διακρινεις να μπαινει απο μια χαραμαδα, μεσα στο απλετο μαυρο χρωμα ολα γκρεμιζονται. Οι δαιμονες σου γινονται ολο και περισσοτεροι ξαφνικα και συντριβουν οποιαδηποτε δεσμη φωτος, που μπορεσε να εισχωρησει μεσα σε αυτο το χαος. Τον κρυμμενο, φοβισμενο και πονεμενο εαυτο σου.

Πως ολα αυτα να τα εξηγησεις σε εκεινον με λογια;
Με λεξεις που μολις προλαβεις να ξεστομισεις θα εχουν ηδη χασει τη σημασια τους.
Το νοημα τους. Την περισσοτεροτητα τους.

Και φοβασαι..

Φοβασαι οτι μια τετοια αληθεια θα απομακρυνει τους ανθρωπους που ειναι κοντα σου.
Καποιοι μπορει να γελασουν. Να κοροιδεψουν.
Αλλοι μπορει να σε κοιτουν με συμπαθεια και λυπηση.
Οχι. Δεν θελω τη λυπηση σας. Δεν την εχω αναγκη.

Και ξανα απο την αρχη καταλαβαινεις γιατι ποτε δεν αφηνεις καποιον να ερθει πολυ κοντα σου.
Καταλαβαινεις ποσο μικρος και λιγος θα εισαι για να σταθεις ισαξια απεναντι τους. Ετσι σκεφτεσαι. Οι φωνες στο μυαλο σου το επαναλαμβανουν ξανα και ξανα, ωσπου τελικα το πιστευεις και αφηνεις το μυαλο σου να γινεται ερμαιο στα χερια τους.







(I'm scared to get close and I hate being alone.
I long for that feeling to not feel at all.
The higher I get, the lower I'll sink.
I can't drown my demons, they know how to swim.)